Προδημοσίευση

Η “Τρικυμία” της Ιουστίνης

Τις επόμενες μέρες κυκλοφορεί, από τις εκδόσεις “Ωκεανός”, το νέο μυθιστόρημα της Ιουστίνης Φραγκούλη – Αργύρη, “Τρικυμία”. Η καταξιωμένη συγγραφέας, με τη μαγική πένα της, για άλλη μια φορά, μας ταξιδεύει σε ένα κόσμο γεμάτο συναισθήματα και συμβολισμούς. Η “Τρικυμία” είναι ένα βαθιά συγκινητικό μυθιστόρημα, βασισμένο σε βιωματική διήγηση, γεμάτο εικόνες, ανατροπές, τη δροσιά των ελληνικών νησιών, το θυμό της τρικυμίας και την ωριμότητα μιας πένας, που έχει συγγράψει περισσότερα από δέκα best sellers.

Το βιβλίο αναφέρεται στην ιστορία του Πέτρου και της Πολέτ, οι οποίοι γνωρίζονται σε ένα ελληνικό νησί. Εκείνη, εξωτική σαν Ινδιάνα, είναι Ελληνίδα από τον Καναδά και βρίσκεται εκεί για καλοκαιρινές διακοπές. Ο Πέτρος είναι ο αγροτικός γιατρός του νησιού, γόνος εύπορης οικογένειας των Αθηνών.

 

Ο έρωτάς τους κεραυνοβόλος, θα τους σαρώσει σαν καταιγίδα, θα τους ενώσει  σε μια σχέση που μοιάζει μοναδική, μια σχέση που θα περάσει μέσα σε τρικυμίες και νηνεμίες συναισθημάτων…

Η Πολέτ, βαθιά ερωτευμένη, θα εγκαταλείψει για πάντα τον τόπο της γέννησής της, το μακρινό Μόντρεαλ, πιστεύοντας στην αιώνια Αγάπη που της υπόσχεται ο Πέτρος.

Όμως ο έρωτάς τους θα σκοντάψει στην οικογένεια του Πέτρου και θα πνιγεί στην τρικυμία των δικών του κρυφών αδυναμιών…

Η Πολέτ, κυνηγημένη από μια σειρά μοιραία γεγονότα, θα επιστρέψει στον Καναδά. Εκεί, από πόλη σε πόλη, θα κρύβεται και θα κρύβει το παρελθόν της… παλεύοντας με την τρικυμία που στοιχειώνει τη ζωή της!

Λίγο πριν από την κυκλοφορία της “Τρικυμίας”, το Me, Greek! εξασφάλισε από την Ιουστίνη Φραγκούλη – Άργύρη, ένα απόσπασμα του βιβλίου, το οποίο προδημοσιεύουμε πιο κάτω.

Η “Τρικυμία” της Ιουστίνης ας είναι καλοτάξιδη!

 

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Η Τρικυμία» Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη

Αυτά σκεφτόταν ο γιατρός Υπερείδης ψάχνοντας την Ελληνοκαναδή Πολέτ, όταν ξέσπασε το μπουρίνι.

Αν και δεν ξέσπασε αμέσως. Κι αυτό ήταν κάτι που ο Πέτρος σκέφτηκε εκείνη ακριβώς τη στιγμή που το αντιλήφθηκε, που περισσότερο το διαισθάνθηκε παρά το είδε να έρχεται. “Φουσκώνει”, ήταν η παράδοξη σκέψη του.

Κι έμοιαζε πραγματικά έτσι. Σαν κάτι που φούσκωνε· σαν ένα πελώριο μπαλόνι, μεγάλο όσο ο ωκεανός, που το φούσκωνε ένα θεϊκό παιδί.

Στην αρχή το βάθος του ορίζοντα άλλαξε απότομα χρώμα, σαν να έπεσαν επάνω του εκατομμύρια εκατομμυρίων ακρίδες. Έγινε γκρίζος, γέμισε κόκκους σαν παλιά φωτογραφία, και ταυτόχρονα φούσκωσε και τεντώθηκε προς τα πάνω: ήταν ένα άτσαλο τέντωμα, αλλού πιο έντονο και άλλο λιγότερο, μα που επηρέασε όλη τη μακριά ολόισια γραμμή που καθόριζε το φαινομενικό τέλος της θάλασσας.

Κι έπειτα όλο αυτό το ζωντανό γκρίζο, όλοι αυτοί οι μυριάδες κόκκοι της σέπιας τινάχτηκαν κι άλλο στον αέρα, με ένα τρομακτικό άηχο θρόισμα, και άρχισαν να κινούνται καταπάνω στο νησί.

Είχαν να διανύσουν μία τεράστια απόσταση, μα λίγο τους έμελλε: ήταν πιο γρήγοροι από τη σκέψη, πολύ πιο γρήγοροι από το φόβο και τον πανικό. Ήταν ένα ακριδοσύννεφο άγριο, μεγάλο, επιβλητικό, σκούρο και κοκκώδες ― και ταχύτατο.

Ο Πέτρος το είδε να εφορμά (“Φουσκώνει, ω Θεέ μου, κοίτα το πώς φουσκώνει”) και προς στιγμήν έμεινε να το χαζεύει και να το θαυμάζει ― εκείνη την τιτάνια μάζα αέρα που κατρακυλούσε πάνω από τη θάλασσα σαν βράχος σε γκρεμό, κι εκείνοι ―το νησί― στα ριζά του βουνού. Αλλά μόνο προς στιγμήν. Κατάλαβε ποιου φυσικού φαινομένου γινόταν μάρτυρας και άρχισε να κινείται· στην αρχή αργά, σαν υπνωτισμένος, και στη συνέχεια όλο και πιο γρήγορα, μέχρι που έτρεχε με όλη του την ταχύτητα.

Το μπουρίνι είχε ήδη καλύψει τη μισή απόσταση που το χώριζε από την ακτή, πριν εκείνος κάνει δέκα βήματα όλα κι όλα. Ήδη το άκουγε και ήδη το μύριζε: “Θα γίνει καταστροφή”, σκέφτηκε κάνοντας το ενδέκατο βήμα του, και χωρίς να έχει καθορίσει ακόμη κάποιο στόχο, κάποιο καταφύγιο, ένα απάνεμο σημείο όπου θα μπορούσε να προστατευτεί. Κι έπειτα σταμάτησε. Σταμάτησε να τρέχει. Στράφηκε πάλι προς την κατάμαυρη τώρα μάζα που τους απειλούσε, και που τους είχε σχεδόν φτάσει, και την κοίταξε: η καρδιά του έχασε έναν παλμό ― ίσως και δύο. Το θέαμα ήταν τρομακτικό, αλλά και μεγαλειώδες. Και μετά: “Πολέτ”, σκέφτηκε. “Η Πολέτ”.

Κι έκανε μεταβολή και άρχισε πάλι να τρέχει, ίσια πάνω στην καταιγίδα, ίσια πάνω στο επερχόμενο μπουρίνι. Ίσια μέσα στην καρδιά του αέρινου κτήνους.

«Πολέτ!» άρχισε να φωνάζει. «Πολέτ!»

Αλλά η φωνή του βούλιαξε μέσα στο ανεμοδαρμένο τοπίο, η κραυγή του χάθηκε μέσα στο θόρυβο, ηττήθηκε, ο φόβος του πήρε γιγάντιες διαστάσεις.

«ΠΟΛΕΤ! ΠΟΛΕΤ!»

Αλλά καμία Πολέτ δεν φαινόταν εκεί: όλα είχαν μαυρίσει, όλη η πλάση ήταν σκοτεινή: ένα κουβάρι από γκρίζες σαΐτες, από γκρίζες πύρινες κλωστές, από γκρίζους σπασμένους κάβους.

Κι έτσι συνέχισε να τρέχει, και ο κυκλώνας έφτασε σε όλη του την αυτοκρατορική μεγαλοπρέπεια έτοιμος να τον ρουφήξει, να τον καταπιεί.

Άκουσε τον ήχο του κεραυνού έχοντας τη σιγουριά πως είχε πέσει ακριβώς δίπλα του. Είχε κλειστά τα μάτια, πια, για να μην τυφλωθεί από τους άπειρους κόκκους της άμμου που πετούσαν γύρω του, πάνω του μα θα ορκιζόταν πως είδε την αστραπή, και άκουσε τον κεραυνό την ίδια ακριβώς στιγμή, σημάδι πως έπεσε κάπου κοντά, κάπου δίπλα του, ίσως και πάνω του. “Όχι”, σκέφτηκε, “ζω. Ζω ακόμα. Δεν με χτύπησε”. Όμως ακόμη ένας κεραυνός χτύπησε πάλι το ίδιο κοντά, με έναν ήχο σαν προϊστορικού τέρατος που ουρλιάζει και χάνεται από τον πλανήτη, κι αυτή τη φορά η δόνηση, σε συνδυασμό με τον τρελό αέρα, τον πέταξαν στη γη, στο χώμα, στην αμμουδιά (“Πού είμαι; Στην προκυμαία; Στη θάλασσα;”), και τον περιέστρεψαν εκεί με λύσσα.

Δοκίμασε να σηκωθεί, μα ήταν αδύνατο: ο άνεμος μαζί με τους κόκκους της άμμου τσίριζαν και μούγκριζαν μέσα στ’ αφτιά του, πυροβολούσαν την πλάτη του, πίεζαν το κεφάλι του στο έδαφος, μαστίγωναν τα μάγουλα και τα χέρια του, τον χτυπούσαν με μίσος.

Συνέχισε να παλεύει, μέχρι που ένιωσε τα μάτια του υγρά.Φοβόταν;  Έκλαιγε; Δεν ήταν καιρός για δάκρυα τώρα, ήταν καιρός για να τη βρει ― για να τη σώσει.

Έκανε μια τελευταία προσπάθεια και τα κατάφερε να σηκωθεί, ενώ όλος ο κόσμος ολόγυρά του είχε σβηστεί από τη γόμα του ανέμου: μόνο ένα μαύρο είχε μείνει, που τώρα πια σκιζόταν σαν χαρτί από κάτι καινούργιο: από τη βροχή.

Άρχισε να βρέχει μανιασμένα, κατακλυσμιαία, με πελώριες σταγόνες που σε έβρισκαν παντού , χώνονταν στα ρούχα σου, πλημμύριζαν το έξω και το μέσα σου. Ήταν μια βροχή γεμάτη θυμό και οργή, μια αλλόκοτη νεροποντή, όλο μουγκρητά και κεραυνούς, βουή και ανελέητο μαστίγωμα.

Αλλά έτρεξε. Σαν τρελός. Σαν ένας βασιλιάς Λιρ χωρίς βασίλειο, σαν ένας βασιλιάς Λιρ που έψαχνε το βασίλειό του: εκείνην.

Κι έπεσε πάνω της.

Ήταν αυτή; Ναι, ναι. Η Πολέτ. Η Ινδιάνα του. Το βασίλειό του. Πίσω από ένα ―τι να ’ταν;― αναποδογυρισμένο τραπέζι, ίσως κάποιου εστιατορίου, μαζεμένη σαν βρέφος, ολότελα μούσκεμα, ολότελα γυμνή και ολότελα απροστάτευτη. Ακίνητη.

Τη σκέπασε με το σώμα του. Το δικό της ήταν παγωμένο, κοκαλωμένο, χωρίς ίχνος ζωής μέσα του.

Τρελάθηκε.

«Πολέτ!» φώναξε. «Πολέτ! Ξύπνα, σε παρακαλώ, ξύπνα. Σ’ αγαπώ».

Και τότε ―σαν να είχε ειπωθεί μια λέξη μαγική― το μπουρίνι χίμηξε προς τον ουρανό, διαλύθηκε δια μιας, εξαφανίστηκε σαν τζίνι.

Απέμεινε η βροχή, ξεθυμασμένη, γλυκιά, προστατευτική, γαλήνια.

Ανάμεσα απ’ τις στάλες της, έκανε την εμφάνισή του ένας χλομός ήλιος. Η βροχή τού γέλασε, κι εξαφανίστηκε.

Και ο ήλιος αγκάλιασε τον τόπο, τον έκανε να λάμπει δια μιας.

 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Pin It on Pinterest