“ΤΟ ΔΙΚΟ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ” Διήγημα Ν. Παγώνης

 Με ένα Πασχαλινό διήγημα του συγγραφέα Νίκου Παγώνη επιλέγουμε να ευχηθούμε Καλή Ανάσταση σε όλους αναγνώστες μας.

“ΤΟ ΔΙΚΟ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ 
 
Πασχαλινό διήγημα του Νίκου Τ. Παγώνη
 
Η παρέα μικρή, αλλά γεμάτη ζωή. Στις εβδομαδιαίες συναντήσεις τους, πάντοτε συνοδευόμενες με οίνο και μεζέ, η συζήτηση δεν περιοριζόταν μόνο στα τετριμμένα. Συνήθως, τα θέματα που καταπιανόντουσαν είχαν να κάνουν με την επικαιρότητα, αλλά δεν ήταν και λίγες οι στιγμές που κάποιος ωθούσε την παρέα να εμβαθύνει στ’ απόκρυφα της φιλοσοφίας και ενίοτε της μεταφυσικής. Ο “φιλόσοφος” της ομήγυρης, ο Λευτεράκης, τους παρέσερνε κάπου- κάπου σε συζητήσεις ατέρμονες, ζουμερές και επεισοδιακές, που συχνά κατέληγαν σε διαμάχες και λεκτικές ατάκες. Λίγο το κρασί, λίγο η ιδιοσυγκρασία δεν αργούσαν τα πράγματα να πάρουν φωτιά, και παρόλο που μετά την κρασοκατάνυξη όλα ξεχνιόντουσαν, ο Λευτεράκης δεν έπαυε να τους θυμίζει, τεχνηέντως, την, όπως την έλεγε, ρηχότητά τους. Τσαντιζόταν επειδή οι περισσότεροι αρνιόντουσαν να εμπλακούν σε σοβαρές συζητήσεις και το δούλεμα άρχιζε όταν αυτός, με περίσσιο ύφος, προσπαθούσε να τους παρασύρει.
 
“Έλα, ρε, Λευτεράκη, τώρα, βάλε μια ολιά κρασί κι άσε τις φιλοσοφίες, δεν βαρέθηκες πια;” ήταν η συνήθης υποδοχή από τους υπολοίπους κάθε φορά που με περισπούδαστο ύφος έριχνε άδεια για να πιάσει γεμάτα.
 
Ήταν όμως και στιγμές που η σοβαρότητα ξεκινούσε από κάποιον άλλο, που ένοιωθε με τη σειρά του ότι το είχαν παραρίξει στις σαχλές και ανούσιες συζητήσεις.
 
“Ε, να πούμε και καμιά σοβαρή κουβέντα, ρε παιδιά, φτάνει πια η μπουρδολογία” πέταγε σε ανύποπτο χρόνο κάποιος άλλος απ’ την παρέα.
Έτσι, κι αυτή τη φορά η σοβαρότητα ξεκίνησε από τον Μιχάλη. “Πάσχα έρχεται βρε παιδιά, ας κάνουμε λίγο κράτη. Μπαίνουμε στη Μεγάλη Βδομάδα, ευκαιρία να αναλογιστούμε μερικές υπαρξιακές ανησυχίες, που νομίζω ότι όλοι μας έχουμε”.
 
Ε, τι ήταν να το πει. Οι υπόλοιποι, που είχαν ήδη προχωρήσει πέρα του δέοντος στην κρασοκατάνυξη, υποδέθηκαν τα λόγια του με κάτι λιγότερο από καζούρα. Ένοιωθαν ότι ο χρόνος και τόπος δεν ήταν κατάλληλος για τέτοιου είδους συζητήσεις, αλλά ο Μιχάλης επέμενε. Προς υπεράσπισή του πρόστρεξε ο Λευτεράκης, που είδε μια χρυσή ευκαιρία να αναπτύξει τις δικές του θεωρίες.
 
Οι υπόλοιποι, υπό το βάρος των δύο πλέον “συμμάχων” παραδόθηκαν στη μοίρα τους και βάζοντας λίγο ακόμα κρασί στα ποτήρια τους αφέθηκαν στις διαθέσεις του Μιχάλη.
 
“Εγώ, βρε παιδιά, βλέπω το Πάσχα κάπως διαφορετικά, Δεν λέω, καλή η παράδοση, οι τελετές και το ξεφάντωμα την Κυριακή του Πάσχα. Αλλά, κάπου νοιώθω ότι όλα αυτά δεν με γεμίζουν πλέον. Λείπει κάτι το ουσιαστικό, κάτι που ξεπερνά τις σαρκικές απολαύσεις. Κάτι που δεν το νοιώθω απαραίτητα με τις αισθήσεις μου, αλλά με τη ψυχή μου”.
 
“Να και ο Μιχάλης, που μας βγήκε κι αυτός φιλόσοφος. Δεν μας έφτανε ο Λευτεράκης, έχουμε κι άλλον ακαδημαϊκό στην παρέα. Και δεν σου φαινότανε, μωρέ…” τον πείραξε ο Κώστας.
 
“Γιατί, δηλαδή, σας χαλάει, που και κάποιος άλλος έχει πνευματικές ανησυχίες” επενέβη ο Λευτεράκης.
 
Ο Μιχάλης, χωρίς να παρεξηγηθεί από την υποδοχή που έλαβε, εξάλλου και ο ίδιος είχε κατά το παρελθόν συμμετάσχει στο ξεμπρόστιασμα του Λευτεράκη, έβαλε κάτι στο στόμα του και άρχισε.
 
“Δε νομίζω ότι μας προσφέρεται καλύτερη ευκαιρία από αυτήν του Πάσχα να αναλογιστούμε και να νοιώσουμε τη μικρότητα του ανθρώπου. Το πόσο εύκολα αποθεώνει εκείνους από τους οποίους αναμένει χάρες και θαύματα και πόσο εύκολα γυρίζει εναντίον τους, όταν παρασύρεται από την κακία και την υποκρισία. Δεν του παίρνει πολύ από οπαδός να καταλήξει τιμωρός, όταν κακόβουλες σειρήνες του υπενθυμίσουν τη δική του ανυπαρξία ενώπιον κάποιου άλλου, παρασάγγας ανώτερου. Βλέπετε, φαίνεται πως είναι ανθρώπινη φύση να μετατρέπει την ασύμφορη σύγκριση σε μίσος και έχθρα. Δεν αποδέχεται εύκολα ο άνθρωπος τη δική του μετριότητα και συνήθως θα κάνει το παν να μικρύνει ή ακόμα και να μηδενίσει κάποιον που θεωρεί και νοιώθει ανώτερό του. Έτσι, και στην περίπτωση του Ιησού, οι Γραμματείς και Φαρισαίοι δεν άντεξαν τη δική τους μικρότητα εμπρός στο μεγαλείο του Θεανθρώπου και βάλθηκαν να τον καταστρέψουν. Ακόμα και όταν τους προτάθηκε να επιλέξουν μεταξύ του Δικαίου και του ληστή, ο ληστής ήταν αυτός που έτυχε της προτίμησής τους. Ποιός; Ένας ληστής, ένας κοινός κακοποιός, που, όμως, εμπρός στη δική τους μανία να καταρρίψουν τον ανώτερό τους, κρίθηκε αποδεχτός και ισάξιος να ενταχθεί συνοπτικά στην κοινωνία τους. Ακολουθώντας την περιγραφή των γεγονότων τη Μεγάλη Βδομάδα, ολόκληρο το φάσμα των ανθρωπίνων σχέσεων γίνεται φανερό. Οι λυκοφιλίες, οι καταχρήσεις αυτών που τους έχει εμπιστευθεί η διαχείριση των κοινών- ο Ιούδας συχνά έβαζε χέρι στο κοινό ταμείο- η προδοσία, η ευκολία της απάρνησης όταν ο κίνδυνος είναι ορατός, ο φόβος, η κακία, το μίσος, η απανθρωπιά, η λιποψυχία, αλλά και η μεγαλοσύνη, η αφοσίωση, η αγάπη, η αναγνώριση της ανωτερότητας, η μετάνοια και η συντριβή. Όλα, δηλαδή, εκείνα που βίωσε και υπέφερε ο Ιησούς στα χέρια των ανθρώπων” είπε μονορούφι ο Μιχάλης.
 
Οι υπόλοιποι τον κοίταγαν με μια έκφραση απορίας στο πρόσωπο και ήταν ο Λευτεράκης που τον ενθάρρυνε να συνεχίζει.
 
“Καλά πας Μιχάλη, για να δούμε πού θα καταλήξεις.”
 
“Πού θα καταλήξω… μα φίλοι μου είναι μάλλον απλό. Ολόκληρη η εδώ διαδρομή του Ιησού είναι ακριβώς μια ακριβή περιγραφή της ματαιότητας του ανθρώπου. Η γήινη διαδρομή του καθενός μας δεν είναι τίποτα άλλο από ένα ταξίδι μέσα από αντιξοότητες, κακοτοπιές και κακοτράχαλους δρόμους. Είναι το δύσκολο μονοπάτι, η άνοδος στον Γολγοθά, η δια του πάθους κάθαρση, η ευκαιρία που μας προσφέρεται προς τη λύτρωση. Γιατί, δίχως τον Γολγοθά η λύτρωση είναι αδύνατος.”
 
“Μα πρέπει κάποιος να υποφέρει για να φτάσει… πώς το είπες; στη λύτρωση;” ρώτησε ο Σταύρος.
 
“Ναι, πιστεύω, σίγουρα, πως χωρίς τα πάθη, την υποβολή στη μεγάλη δοκιμασία, ο άνθρωπος δεν λυτρώνεται. Δεν αποκτά εκείνα τα αντισώματα που του επιτρέπουν να θωρακιστεί και να στρέψει τη ζωή του προς την ανοδική πορεία που του προσφέρει η λύτρωση από τα πάθη και τους δαίμονες που ο καθένας μας κουβαλά μέσα του. Μόνο η δική μας δοκιμασία εξορκίζει τους δαίμονες. Μόνο τότε αντιλαμβανόμαστε το πόσο αδύναμοι ήμαστε να επιβληθούμε στον κακό μας εαυτό, που όχι και τόσο σπάνια επιβάλλεται και κυριαρχεί.”
 
“Δηλαδή, πρέπει να υποφέρουμε για να ζήσουμε καλύτερα;” παρενέβη ο Λευτεράκης.
 
“Κοιτάξτε το παράδειγμα του Ιησού. Είχε την κάθε δυνατότητα σαν Θεός να επιβάλλει την παρουσία του και το κήρυγμά του στους ανθρώπους. Θα μπορούσε να τους εξαναγκάσει να ασπαστούν την αρετή και την καλοσύνη. Δεν το έκανε, όμως. Προτίμησε να προσφέρει το δικό του παράδειγμα. Να θέσει την ανθρώπινη μορφή του ενώπιο ενωπίων, να δείξει δια του παραδείγματος το πόσο μικροί και ασήμαντοι οι άνθρωποι είναι και πόσο κυριαρχούνται από τα πάθη τους. Επιδίωξε την άνοδο στο Γολγοθά για να πιστοποιήσει την ανθρώπινη δοκιμασία. Τη θυσία, που επιφέρει τη λύτρωση. Και η λύτρωση έρχεται με την Ανάσταση. Εκείνη την ίδια την ανάσταση που ο καθένας μας μπορεί να βιώσει, να νοιώσει και να αισθανθεί κάθε φορά που ο καλός μας εαυτός πρυτανεύει. Κάθε φορά που η ανθρωπιά μας ξεπηδά ρωμαλέα και δυνατή. Αντίθετα με τον θάνατο, που η κακία και το μίσος μάς επιφέρει. Γιατί ο θάνατος δεν είναι απαραίτητα ένας, ο βιολογικός. Είναι κι ο άλλος, εκείνος που επέρχεται, με την ίδια σφοδρότητα, κάθε φορά που η ανθρωπιά μας, η αρετή και η καλοσύνη εξαφανίζονται από τη ζωή μας. Είναι οι στιγμές εκείνες που οι ερινύες και οι τύψεις μάς κυνηγούν ακατάπαυστα, χωρίς έλεος. Και τότε, η ζωή μας είναι χειρότερη κι απ’ τον θάνατο».
 
«Κάπως πολύ βαριά δεν μας τα λες, βρε παιδί μου», παρατήρησε ο πέμπτος της παρέας.
 
«Δεν σας αδικώ. Η αλήθεια είναι ότι σπάνια μου προσφέρεται η ευκαιρία να εξωτερικεύσω τις σκέψεις, και σας ευχαριστώ που απόψε μου δίνεται αυτή την ευκαιρία.»
 
«Τελείωσες;» παρενέβη πάλι ο Σταύρος, «πολύ καταθλιπτικός έγινες μωρέ αδελφέ μου».
 
«Μάλλον τελείωσα. Τι άλλο, δηλαδή, να σας πω; Α, ναι, και κάτι ακόμα. Η Ανάσταση του Κυρίου, μπορείτε να την δείτε και κάπως αλλιώς. Η νίκη του φωτός επί του σκότους. Η επιβολή του πνεύματος επί της ύλης.  Γιατί κι αυτό μας έχει παρά ταλανίσει τελευταία. Η επιβολή της ύλης. Ο υλισμός που κυριαρχεί στη ζωή μας. Η απομάκρυνσή μας από κάθε πνευματική απασχόληση. Η υποδούλωση στην κατανάλωση, στον πλουτισμό, στη συνεχή αναζήτηση του κέρδους και  των ευτελών αγαθών».
 
«Καλός είναι και τούτος.  Ας καλογερέψουμε, λοιπόν, όλοι μας, να βρούμε την υγειά μας», παρατήρησε σκωπτικά ο Κώστας. «Μη μου πεις τώρα, Μιχάλη, πώς ούτε αρνί δε θα ψήσεις.”
 
«Δεν λέω αυτό. Και αρνί θα ψήσω, και θα γλεντήσω και κρασάκι θα πιω. Αυτό που προσπαθώ να σας πω είναι ότι κάθε Πάσχα, και όχι μόνο, μας παρέχεται η δυνατότητα να δούμε τους εαυτούς μας και τον κόσμο γύρω μας υπό άλλο πρίσμα. Να νοιώσουμε πιο κοντά στον γλυκύτατο Ιησού. Να αφήσουμε τη ψυχή μας να γαληνεύσει, να βρει τον δρόμο προς την ανάταση, την ανάσταση του ανθρώπου.»
 
«Δηλαδή, με λίγα λόγια, πρέπει όλοι να νοιώθουμε έτσι κάθε Πάσχα;» ρώτησε ο Σταύρος.
 
«Δεν ξέρω… Αυτό είναι κάτι, που ο καθένας από εμάς θα τ’ αποφασίσει μόνος του…», πρόσθεσε σιγανά ο Μιχάλης κι έκλεισε τη συζήτηση.
 
 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Pin It on Pinterest